Ένα δύσκολο φθινόπωρο προδιαγράφεται στα ελληνοτουρκικά, καθώς η αντιπαράθεση που επανήλθε με αφορμή τα θαλάσσια πάρκα συμπίπτει χρονικά με δύο κρίσιμες εκκρεμότητες σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.
Η Αθήνα έχει στραμμένη την προσοχή της αφενός στον Σεπτέμβριο, όταν αναμένεται να επιχειρηθεί η επανεκκίνηση των εργασιών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου, και αφετέρου στον Οκτώβριο, όταν η τουρκική Εθνοσυνέλευση επιστρέφει στις εργασίες της και αναμένεται να επανέλθει το νομοθετικό πλαίσιο για τις θαλάσσιες περιοχές δικαιοδοσίας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η ένταση θα παραμείνει στους χάρτες, στις ανακοινώσεις και στις νομικές κινήσεις ή εάν η Άγκυρα θα επιχειρήσει να μεταφέρει κάποια από τις διεκδικήσεις της στο πεδίο.
Η χρονική συγκυρία αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον, καθώς οι κινήσεις αυτές έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία επιχειρεί να ενισχύσει συνολικά το γεωπολιτικό της αποτύπωμα στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Η «Συμφωνία της Μέκκας» με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν προσθέτει ένα νέο στοιχείο σε αυτή την εικόνα, δίνοντας στην Άγκυρα μεγαλύτερο έρεισμα στον Κόλπο και ενισχύοντας την παρουσία της σε μια περιοχή όπου μέχρι πρόσφατα οι σχέσεις της με σημαντικούς αραβικούς παίκτες περνούσαν από μεγάλες διακυμάνσεις. Στην Αθήνα οι εξελίξεις αυτές δεν αντιμετωπίζονται ως ευθεία μεταβολή των ελληνοτουρκικών ισορροπιών, παρακολουθούνται όμως ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας της Τουρκίας να διευρύνει τον περιφερειακό της ρόλο από την Ανατολική Μεσόγειο έως τον Κόλπο.
Το τελευταίο ενδεχόμενο αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή στην Αθήνα, χωρίς να θεωρείται ούτε δεδομένο ούτε αναπόφευκτο. Η εμπειρία της Κάσου το καλοκαίρι του 2024 έδειξε πόσο γρήγορα μια διαφωνία για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες μπορεί να αποκτήσει επιχειρησιακή διάσταση, ενώ η επαναφορά από το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών του ζητήματος των νησίδων και βραχονησίδων προσθέτει ένα ακόμη δύσκολο στοιχείο στην εξίσωση.
Η τελευταία τοποθέτηση του τουρκικού ΥΠΕΞ δείχνει ότι η Άγκυρα αντιμετωπίζει τα νέα θαλάσσια πάρκα ως μέρος της ευρύτερης πολιτικής της για τις θαλάσσιες ζώνες. Τουρκικές διπλωματικές πηγές υποστήριξαν ότι η ανακήρυξή τους είναι σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο, επαναφέροντας παράλληλα τη γνωστή θέση για «νησιά, νησίδες και βραχονησίδες των οποίων η κυριαρχία δεν έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα με διεθνείς συνθήκες». Οι ίδιες πηγές συνέδεσαν τα πάρκα με τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό της Τουρκίας και τη «Γαλάζια Πατρίδα». Οι συγκεκριμένες περιοχές είχαν, άλλωστε, παρουσιαστεί ως θαλάσσιες προστατευόμενες ζώνες ήδη στις 2 Αυγούστου 2025 και απέκτησαν πλέον καθεστώς Εθνικών Θαλάσσιων Πάρκων.
Η Αθήνα έχει διαφορετική νομική ανάγνωση. Το υπουργείο Εξωτερικών θεωρεί παράνομες τις τουρκικές αποφάσεις στον βαθμό που οι χαράξεις εκτείνονται πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων και σε περιοχές όπου, κατά την ελληνική θέση, η χώρα διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα. Έχει επίσης ξεκαθαρίσει ότι δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα ούτε μπορούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα.
Πέρα από τη νομική διάσταση, η νέα κίνηση της Άγκυρας έχει σημασία και για την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η περίοδος χαμηλής έντασης που ακολούθησε τη Διακήρυξη των Αθηνών στηρίχθηκε στη διατήρηση ανοιχτών διαύλων και στην αποφυγή κρίσεων, χωρίς όμως να μεταβάλει τις θέσεις των δύο χωρών στα βασικά ζητήματα. Η υπόθεση των θαλάσσιων πάρκων έρχεται να υπενθυμίσει αυτή ακριβώς την πραγματικότητα: πίσω από την αποκλιμάκωση παρέμειναν ενεργές οι διαφωνίες για την υφαλοκρηπίδα, τις θαλάσσιες ζώνες και την επήρεια των νησιών.
Πλέον, όμως, η Άγκυρα επαναφέρει αυτές τις θέσεις με μεγαλύτερη ένταση στο προσκήνιο. Μέσα από τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, τα θαλάσσια πάρκα και το υπό επεξεργασία νομοθετικό πλαίσιο για τις θαλάσσιες περιοχές δικαιοδοσίας, επαναδιατυπώνει στην πράξη την πάγια θέση της ότι τα ελληνικά νησιά δεν δικαιούνται αυτομάτως πλήρη επήρεια στην οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Πρόκειται για μια από τις βασικές διαφορές Αθήνας και Άγκυρας, καθώς η ελληνική πλευρά επιμένει ότι τα νησιά διαθέτουν δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας. Παράλληλα, η επαναφορά της συζήτησης περί νησίδων και βραχονησίδων των οποίων η κυριαρχία, κατά την τουρκική θέση, δεν έχει καθοριστεί με διεθνείς συνθήκες φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα των λεγόμενων «γκρίζων ζωνών».
Το τελευταίο διάστημα, άλλωστε, ένα σημαντικό μέρος της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης έχει επιστρέψει στο προσκήνιο. Ο ελληνικός Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός προκάλεσε την αντίδραση της Άγκυρας και την παρουσίαση του αντίστοιχου τουρκικού χάρτη, ενώ διαφορετικές προσεγγίσεις καταγράφηκαν και με αφορμή τις έρευνες υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης και το ενδιαφέρον της Chevron. Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, μετά τα γεγονότα της Κάσου. Πρόκειται για διαφορετικές υποθέσεις, οι οποίες δεν πρέπει να συγχέονται απαραίτητα μεταξύ τους, έχουν όμως έναν κοινό παρονομαστή: φέρνουν ξανά στην επιφάνεια τις αποκλίνουσες θέσεις Αθήνας και Άγκυρας για τον θαλάσσιο χώρο στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.
Το πρώτο κρίσιμο ορόσημο είναι ο Σεπτέμβριος και η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου. Μετά την είσοδο της γαλλικής Meridiam στο Great Sea Interconnector, επανέρχεται το ερώτημα της επανεκκίνησης των θαλάσσιων ερευνών και στη συνέχεια των εργασιών πόντισης του καλωδίου. Οι υπάρχουσες πληροφορίες τοποθετούν μια πιθανή επανέναρξη μέσα στον Σεπτέμβριο, χωρίς μέχρι στιγμής δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα. Εφόσον υπάρξει νέα έξοδος ερευνητικών πλοίων και εκδοθούν οι απαραίτητες NAVTEX, θα φανεί στην πράξη εάν μπορεί να αποφευχθεί μια επανάληψη της έντασης που σημειώθηκε στην Κάσο το 2024.
Το δεύτερο ορόσημο βρίσκεται στην Άγκυρα. Το σχέδιο νόμου για τις Θαλάσσιες Περιοχές Δικαιοδοσίας, που έχει συνδεθεί με τη «Γαλάζια Πατρίδα», αναμενόταν αρχικά να προωθηθεί πριν από το καλοκαίρι, όμως η διαδικασία μετατέθηκε. Οι διαθέσιμες πληροφορίες τοποθετούν την κοινοβουλευτική επεξεργασία μετά την επανέναρξη των εργασιών της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης τον Οκτώβριο, χωρίς να είναι δεδομένο ότι θα ολοκληρωθεί τότε και η ψήφισή του. Η σημασία του σχεδίου βρίσκεται στην προσπάθεια να συγκεντρωθούν σε ενιαίο εσωτερικό νομικό πλαίσιο ζητήματα που αφορούν τις θαλάσσιες περιοχές στις οποίες η Τουρκία θεωρεί ότι διαθέτει δικαιώματα και συμφέροντα.
Το νέο σκηνικό πυροδότησε και αντιδράσεις στο εσωτερικό. Η ΕΛ.Α.Σ. χαρακτηρίζει «παράνομη» την κήρυξη τουρκικών θαλάσσιων πάρκων σε τμήματα ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ζητεί «άμεση αλλαγή πλεύσης» στα ελληνοτουρκικά. Κατηγορεί την κυβέρνηση ότι η πολιτική των «ήρεμων νερών» δεν οδήγησε την Άγκυρα σε διάλογο στη βάση του διεθνούς δικαίου και ζητεί αξιοποίηση των ευρωτουρκικών σχέσεων και της δυνατότητας ευρωπαϊκών κυρώσεων, καθώς και επανεκκίνηση των διερευνητικών επαφών.
Σε υψηλότερους τόνους κινήθηκε ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος έκανε λόγο για «διεθνές ξέπλυμα της Τουρκίας» μέσω «φιλιών και κατευνασμών» και χαρακτήρισε την τουρκική απόφαση «μια ακόμη διεθνή πειρατεία». Ο πρώην πρωθυπουργός συνέδεσε ευθέως την εξέλιξη με την επικείμενη προώθηση της «Γαλάζιας Πατρίδας», θέτοντας το ερώτημα «ποια είναι η στρατηγική μας;».
Από τη δική της πλευρά, η πρόεδρος της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ Ρένα Δούρου υποστήριξε ότι οι τουρκικές κινήσεις εντάσσονται στη συστηματική προώθηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» και κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι απαντά με «ανακοινώσεις – ευχολόγια». Συνέδεσε μάλιστα την κριτική της με την Κάσο, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν προστάτευσε στην πράξη την πόντιση του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου.
Το φθινόπωρο συγκεντρώνει έτσι μια σειρά διαφορετικών αλλά παράλληλων εξελίξεων: την πιθανή επανεκκίνηση των εργασιών για το καλώδιο, την κοινοβουλευτική πορεία του τουρκικού νομοσχεδίου, τα νέα θαλάσσια πάρκα και την επαναφορά της τουρκικής θέσης για το καθεστώς νησίδων και βραχονησίδων. Σε ένα ευρύτερο περιφερειακό περιβάλλον στο οποίο η Άγκυρα επιχειρεί ταυτόχρονα να ενισχύσει τη θέση της στη Μέση Ανατολή, η επαναφορά των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο αποκτά πρόσθετο πολιτικό βάρος. Το βασικό ερώτημα είναι εάν αυτό το περιβάλλον θα παραμείνει διαχειρίσιμο μέσω των υφιστάμενων διαύλων επικοινωνίας ή εάν κάποια από αυτές τις εκκρεμότητες θα οδηγήσει σε νέα ένταση επί του πεδίου. Η Κάσος αποτελεί το πιο άμεσο σημείο αναφοράς λόγω του καλωδίου, ενώ τα Ίμια παραμένουν ένας πολύ βαρύτερος ιστορικός παραλληλισμός και όχι ένδειξη ότι επίκειται αντίστοιχη κρίση.
Πηγή: iefimerida.gr


















