Η υπογραφή χθες στο Τελ Αβίβ της διακρατικής συμφωνίας για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια μιας μεγάλης εξοπλιστικής προμήθειας.
Η δημιουργία ενός ενιαίου, πολυεπίπεδου αντιαεροπορικού, αντιβαλλιστικού και αντί-drone θόλου με ισραηλινή τεχνολογία αποτελεί την πρώτη μεγάλης κλίμακας υλοποίηση της νέας φάσης της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας και Ισραήλ και έρχεται σε μια συγκυρία κατά την οποία οι ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο αναδιατάσσονται με μεγάλη ταχύτητα.
Πίσω, όμως, από τη συμφωνία διαμορφώνεται ταυτόχρονα ένας φαύλος κύκλος καχυποψίας που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τις ισορροπίες στην περιοχή και κυρίως για το τρίγωνο Αθήνας–Άγκυρας–Τελ Αβίβ. Όσο η Άγκυρα αντιμετωπίζει την τριμερή Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ ως μηχανισμό ανάσχεσης της Τουρκίας και όσο οι τουρκικές κινήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο προκαλούν ανησυχία στην Αθήνα, τόσο περισσότερο ενισχύεται το ελληνικό κίνητρο για βαθύτερη στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ. Και όσο αυτή η συνεργασία αποκτά συγκεκριμένο στρατιωτικό, ενεργειακό και γεωοικονομικό περιεχόμενο, τόσο περισσότερο ενισχύεται με τη σειρά της η τουρκική καχυποψία.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια αυτοτροφοδοτούμενη δυναμική, η οποία θα μπορούσε να καταστεί ακόμη ισχυρότερη εάν οι σχέσεις Τουρκίας–Ισραήλ παραμείνουν συγκρουσιακές. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό μέχρι σήμερα παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας, καθώς ένα κρίσιμο τμήμα της μελλοντικής ελληνικής αεράμυνας συνδέεται πλέον τεχνολογικά και επιχειρησιακά με το Ισραήλ.
Η στρατηγική σημασία της συμφωνίας
Η γεωπολιτική διάσταση της συμφωνίας αποτυπώθηκε άλλωστε με τον πλέον επίσημο τρόπο από τον ίδιο τον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός χαρακτήρισε χθες τη συμφωνία με την Ελλάδα μία από τις σημαντικότερες στην ιστορία της χώρας του και, κυρίως, επέλεξε να μην την παρουσιάσει ως μια αυτοτελή εμπορική συμφωνία. Την ενέταξε ευθέως στη συνέχεια της συμμαχίας στην Ανατολική Μεσόγειο που οικοδομήθηκε την προηγούμενη δεκαετία μεταξύ Ισραήλ, Ελλάδας και Κύπρου.
Η συγκεκριμένη αναφορά έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και για την Αθήνα, καθώς δείχνει ότι το Τελ Αβίβ αντιμετωπίζει τη σχέση με την Ελλάδα όχι μόνο μέσα από το πρίσμα των εξοπλιστικών συμφωνιών, αλλά ως τμήμα μιας ευρύτερης περιφερειακής αρχιτεκτονικής.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», προϋπολογισμού περίπου 3,035 δισ. ευρώ, προβλέπει τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης αρχιτεκτονικής αεράμυνας με τα συστήματα David’s Sling, SPYDER και BARAK MX, ραντάρ πολλαπλών αποστολών και ενιαίο εθνικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Πρόκειται, επομένως, για μια συμφωνία που δημιουργεί δεσμούς με βάθος χρόνου και προσδίδει στη συνεργασία των δύο χωρών ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία.
Η Τουρκία βλέπει με καχυποψία τον άξονα Αθήνας-Τελ Αβίβ
Αυτό αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον σε σχέση με την Τουρκία.
Η Άγκυρα παρακολουθεί εδώ και καιρό με αυξανόμενη καχυποψία την εμβάθυνση των σχέσεων Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Μάλιστα, ο Χακάν Φιντάν έχει πλέον εγκαταλείψει τις διπλωματικές διατυπώσεις του παρελθόντος. Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες υποστήριξε ότι Ισραήλ, Ελλάδα και Κυπριακή Δημοκρατία έχουν δημιουργήσει «συμμαχία ασφαλείας» στη Μεσόγειο, προσθέτοντας ότι ο σκοπός της είναι γνωστός. Σε προηγούμενη τοποθέτησή του είχε προχωρήσει ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι η συνεργασία των τριών χωρών «δεν φέρνει περισσότερη εμπιστοσύνη», αλλά περισσότερη δυσπιστία, προβλήματα και «πόλεμο».
Η τουρκική ανάγνωση δεν συνεπάγεται ότι η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία έχει συγκροτηθεί ως στρατιωτική συμμαχία εναντίον της Τουρκίας. Δείχνει όμως τον τρόπο με τον οποίο την αντιλαμβάνεται η Άγκυρα και αυτό έχει από μόνο του σημασία για τις μελλοντικές ισορροπίες.
Το νέο τεστ για «ήρεμα νερά»
Ιδίως επειδή η υπογραφή της «Ασπίδας του Αχιλλέα» συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η ελληνοτουρκική σχέση εισέρχεται σε ένα νέο και πιθανότατα δυσκολότερο τεστ. Τα «ήρεμα νερά» των προηγούμενων ετών δεν εξαφάνισαν τις βασικές διαφορές. Αντίθετα, Αθήνα και Άγκυρα εξακολουθούν να διαφωνούν για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ, την επήρεια των ελληνικών νησιών, ενώ στο τραπέζι έχουν προστεθεί τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα, οι αντιδράσεις της Άγκυρας στους ελληνικούς χωροταξικούς σχεδιασμούς και η προσπάθεια θεσμικής ενίσχυσης της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Το κρίσιμο συμπέρασμα για την επόμενη περίοδο είναι ότι η πορεία του ελληνοτουρκικού διαλόγου δεν θα κριθεί μόνο στις συναντήσεις των δύο κυβερνήσεων. Θα κριθεί ξανά στο πεδίο.
Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου στο επίκεντρο
Το πρώτο μεγάλο crash test παραμένει η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έστειλε χθες νέο μήνυμα προς την Άγκυρα, ξεκαθαρίζοντας ότι για την πόντιση του καλωδίου δεν απαιτείται τουρκική άδεια και ότι η Ελλάδα προετοιμάζεται για κάθε σενάριο. Η συγκεκριμένη θέση αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της επόμενης φάσης των εργασιών, καθώς μια νέα NAVTEX και η επιστροφή ερευνητικών πλοίων σε περιοχές στις οποίες η Τουρκία προβάλλει αξιώσεις μπορούν να επαναφέρουν στην πράξη το ερώτημα που είχε τεθεί στην Κάσο: μέχρι πού είναι διατεθειμένη να φτάσει κάθε πλευρά για να υποστηρίξει τις θέσεις της επί του πεδίου.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία αποκτά μεγαλύτερο βάθος. Όχι επειδή το Ισραήλ πρόκειται να εμπλακεί σε μια ελληνοτουρκική κρίση – κάτι τέτοιο δεν προκύπτει – αλλά επειδή η σταδιακή διασύνδεση των αμυντικών δυνατοτήτων, των ενεργειακών σχεδίων και των γεωοικονομικών συμφερόντων των δύο χωρών δημιουργεί ένα πολύ ευρύτερο πλέγμα κοινών συμφερόντων.
Από την άμυνα στις κοινές υποδομές
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αποτελεί άλλωστε μεμονωμένο επεισόδιο. Έρχεται να προστεθεί στην ήδη στενή στρατιωτική συνεργασία, στις κοινές ασκήσεις και εκπαιδεύσεις, στη λειτουργία του Διεθνούς Κέντρου Εκπαίδευσης Πτήσεων στην Καλαμάτα και στον ετήσιο προγραμματισμό στρατιωτικής συνεργασίας Ελλάδας–Ισραήλ και Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.
Παράλληλα υπάρχει πλέον και ένας δεύτερος, εξίσου σημαντικός άξονας: οι υποδομές.
Το Great Sea Interconnector δεν είναι απλώς ένα ενεργειακό έργο Ελλάδας και Κύπρου. Ο σχεδιασμός αφορά τη διασύνδεση με το Ισραήλ και στην τριμερή σύνοδο Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ τον Δεκέμβριο του 2025 οι τρεις χώρες επανέλαβαν επισήμως την ισχυρή δέσμευσή τους στο έργο και συμφώνησαν να εργαστούν για την προώθησή του. Αυτό σημαίνει ότι η δυνατότητα υλοποίησης της ηλεκτρικής διασύνδεσης χωρίς παρεμβολές αποκτά σταδιακά ενδιαφέρον που υπερβαίνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Ο IMEC και η γεωοικονομική διάσταση
Στην ίδια εικόνα εντάσσεται και ο IMEC, ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης. Για την Αθήνα πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα γεωοικονομικά στοιχήματα των επόμενων ετών. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης τον έχει χαρακτηρίσει «ύψιστη προτεραιότητα», υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα φιλοδοξεί να αποτελέσει τη φυσική πύλη του διαδρόμου προς την Ευρώπη.
Εάν ο σχεδιασμός προχωρήσει, δημιουργείται μια αλυσίδα συμφερόντων που ξεκινά από την Ινδία, περνά από τις χώρες του Κόλπου και το Ισραήλ και καταλήγει στην Ευρώπη. Σε αυτή την αρχιτεκτονική η Ελλάδα επιχειρεί να αποκτήσει ρόλο κόμβου μέσω των λιμένων, της ναυτιλίας, των ενεργειακών και ψηφιακών διασυνδέσεων.
Αυτό δεν είναι αδιάφορο για την Τουρκία. Η Άγκυρα έχει επανειλημμένως δείξει ότι αντιμετωπίζει με επιφύλαξη περιφερειακούς σχεδιασμούς από τους οποίους μένει εκτός, ενώ επιχειρεί παράλληλα να αναπτύξει τις δικές της διαδρομές και συμμαχίες. Η αμυντική συμφωνία Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν και η ενεργοποίηση του μηχανισμού της με την πρώτη συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής στην Κωνσταντινούπολη προσθέτουν μία ακόμη παράμετρο σε ένα περιβάλλον στο οποίο οι χώρες της περιοχής δεν κινούνται πλέον αποκλειστικά μέσα στα παραδοσιακά δυτικά σχήματα ασφαλείας, αλλά οικοδομούν παράλληλες και συχνά επικαλυπτόμενες συνεργασίες.
Δεν διαμορφώνονται δύο απόλυτα αντίπαλα στρατόπεδα
Δεν πρόκειται αναγκαστικά για δύο συμπαγή αντίπαλα στρατόπεδα. Η πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη. Η Ελλάδα διατηρεί στρατηγικές σχέσεις με χώρες του Κόλπου, η Τουρκία επιδιώκει ταυτόχρονα την αποκατάσταση και διεύρυνση των σχέσεών της με περιφερειακές δυνάμεις, ενώ χώρες όπως η Σαουδική Αραβία ή η Αίγυπτος αποφεύγουν να εγκλωβιστούν σε αποκλειστικές συμμαχίες.
Ωστόσο, η τάση είναι σαφής: η Ανατολική Μεσόγειος περνά σταδιακά από την περίοδο των ευέλικτων διπλωματικών σχημάτων σε μια περίοδο στην οποία οι συνεργασίες αποκτούν όλο και μεγαλύτερο αμυντικό, ενεργειακό και γεωοικονομικό περιεχόμενο.
Για την Αθήνα, το ζητούμενο είναι ακριβώς να μετατρέψει τις σχέσεις που οικοδομήθηκαν την προηγούμενη δεκαετία σε απτά στρατηγικά πλεονεκτήματα. Και η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί μέχρι στιγμής ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης.
Η Αθήνα επιμένει στη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ
Η Αθήνα, από την πλευρά της, επιμένει ότι οι περιφερειακές συνεργασίες της δεν στρέφονται εναντίον τρίτων χωρών. Παράλληλα όμως δεν δείχνει διατεθειμένη να περιορίσει τη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ επειδή αυτή προκαλεί αντιδράσεις στην Τουρκία. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης το κατέστησε σαφές τις προηγούμενες ημέρες, υπερασπιζόμενος τη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ και απορρίπτοντας τη λογική ότι η Αθήνα θα πρέπει να την περιορίσει επειδή ενοχλείται η Άγκυρα.
Κάπως έτσι η υπογραφή της «Ασπίδας του Αχιλλέα» αποκτά σημασία πολύ μεγαλύτερη από εκείνη ενός ακόμη εξοπλιστικού προγράμματος. Η Ελλάδα αποκτά μια νέα αρχιτεκτονική αεράμυνας, το Ισραήλ εμβαθύνει τη στρατηγική και αμυντική σχέση του με την Ελλάδα και η Τουρκία βλέπει να αποκτά υλικό περιεχόμενο ένα σχήμα συνεργασίας το οποίο ήδη αντιμετωπίζει με δυσπιστία.
Το επόμενο crash test θα γίνει στη θάλασσα
Το ερώτημα πλέον είναι πώς όλα αυτά θα συναντηθούν με τα ελληνοτουρκικά.
Πηγή: iefimerida.gr








