Οι υπογραφές έπεσαν. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» περνά πλέον από τα χαρτιά στην πράξη. Ελλάδα και Ισραήλ έβαλαν σήμερα στο Τελ Αβίβ την τελική υπογραφή στη διακρατική συμφωνία για τη δημιουργία του Ελληνικού Θόλου, ανοίγοντας και επίσημα τον δρόμο για την υλοποίηση ενός από τα μεγαλύτερα και πιο φιλόδοξα εξοπλιστικά προγράμματα των τελευταίων ετών.
Τις συμβάσεις υπέγραψε σε ειδική εκδήλωση που διοργανώθηκε από ελληνικής πλευράς η Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ) του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με επικεφαλής τον υποστράτηγο Ιωάννη Μπούρα, και από ισραηλινής πλευράς η Διεύθυνση Αμυντικής Συνεργασίας (SIBAT) και η MAFAT, το αντίστοιχο ισραηλινό όργανο με το ΕΛΚΑΚ με αρμοδιότητα στην έρευνα και ανάπτυξη αμυντικών τεχνολογιών.
Μετά από σχεδόν τρία χρόνια διαπραγματεύσεων, τεχνικών συζητήσεων και διαδοχικών εγκρίσεων, η συμφωνία ενεργοποιείται πλέον και περνά στη φάση της υλοποίησης. Η ισραηλινή πλευρά θα προχωρήσει στις παραγγελίες προς τις εταιρείες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα, μεταξύ των οποίων οι IAI, Rafael και ELTA Systems, ώστε να ξεκινήσουν τα επιμέρους έργα.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», ύψους άνω των 3 δισ. ευρώ, δεν αφορά μόνο την προμήθεια νέων αντιαεροπορικών και αντιβαλλιστικών συστημάτων. Αποτελεί ταυτόχρονα ένα μεγάλο στοίχημα για την αναδιοργάνωση της ελληνικής αεράμυνας και για την εγχώρια αμυντική βιομηχανία, καθώς τουλάχιστον 25% του προγράμματος έχει συμφωνηθεί να έχει ελληνικό αποτύπωμα.
Εμβληματικό εξοπλιστικό πρόγραμμα
Όπως έγραφε και νωρίτερα το newmoney.gr, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά εξοπλιστικά προγράμματα των τελευταίων ετών για τις Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς αυτό που την ξεχωρίζει είναι ο στόχος να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο, πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας και αντιβαλλιστικής προστασίας. Αποτελεί ουσιαστικά μια νέα φιλοσοφία, πέρα από τις αποσπασματικές αγορές οπλικών συστημάτων που χαρακτήρισαν επί σειρά ετών τον αμυντικό σχεδιασμό.
Η νέα αρχιτεκτονική φιλοδοξεί να αποτελέσει το κέντρο βάρους της διακλαδικότητας των Ενόπλων Δυνάμεων. Τα νέα υπερσύγχρονα οπλικά συστήματα, από τα F-35 και τα αναβαθμισμένα F-16 Viper έως τις φρεγάτες FDI Belharra και τα σύγχρονα drones, θα πρέπει να λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, ανταλλάσσοντας δεδομένα και επιχειρησιακή εικόνα μέσα από ένα ενιαίο δικτυοκεντρικό περιβάλλον.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», όμως, αποτελεί εμβληματικό εξοπλιστικό πρόγραμμα και για την οικονομία της χώρας και κυρίως για την ελληνική αμυντική βιομηχανία.
Το πρόγραμμα, αξίας άνω των 3 δισ. ευρώ, με την προκαταβολή να εκτιμάται σύμφωνα με πληροφορίες περίπου στα 600 εκατ. ευρώ, είναι το πρώτο μεγάλο εξοπλιστικό μετά τις φρεγάτες Belharra, ύψους περίπου 4 δισ. ευρώ, και τα μαχητικά Rafale, περίπου 3 δισ. ευρώ, στο οποίο έχει εξασφαλιστεί καθαρή ελληνική συμμετοχή τουλάχιστον 25%.
Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος της δαπάνης περίπου 700 εκατ. ευρώ θα επιστρέψει στην ελληνική οικονομία μέσω έργων που θα ανατεθούν σε ελληνικές εταιρείες, συμπαραγωγής, μεταφοράς τεχνογνωσίας και ανάπτυξης τεχνολογικών δυνατοτήτων. Είναι μια εξέλιξη που, μετά από τη δεκαετή οικονομική κρίση και πολλά χρόνια προσπάθειας αναδιάταξης, βάζει ξανά την ελληνική αμυντική βιομηχανία στο επίκεντρο των μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Πώς φτάσαμε στις υπογραφές
Η σημερινή ημέρα αποτελεί το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που ξεκίνησε ουσιαστικά αρκετά πριν από την τελική φάση των διαπραγματεύσεων. Το Ισραήλ είχε από νωρίς ξεχωριστή θέση στον σχεδιασμό από την Ελλάδα. Μάλιστα, μία από τις πρώτες επισκέψεις του Νίκου Δένδια ως υπουργός Εθνικής Άμυνας ήταν στο Ισραήλ, όπου είχε ήδη θέσει ως στόχο τη διεύρυνση της αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας και τη δημιουργία στην Ελλάδα ενός οικοσυστήματος αντίστοιχου με το ισραηλινό, με τη συμμετοχή Ενόπλων Δυνάμεων, υπουργείων, ερευνητικών φορέων και εταιρειών.
Η επιλογή αυτή αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς η Ελλάδα αναζητούσε έναν νέο τρόπο οργάνωσης της αεράμυνάς της, βασισμένο όχι σε μεμονωμένα συστήματα αλλά σε ένα ενιαίο δίκτυο αισθητήρων, ραντάρ, πυραύλων και διοίκησης και ελέγχου.
Το 2024 η Ελλάδα είχε ήδη εκφράσει ενδιαφέρον για την απόκτηση σύγχρονων ισραηλινών αντιαεροπορικών και αντιβαλλιστικών συστημάτων. Οι εξελίξεις στη Γάζα, ωστόσο, πάγωσαν προσωρινά τις συζητήσεις. Η διαδικασία άρχισε να ξεμπλοκάρει σταδιακά και στα τέλη του 2025 η ΓΔΑΕΕ πέρασε στην επίσημη φάση των διαπραγματεύσεων με το Ισραήλ.
Στις 15 Δεκεμβρίου 2025 ξεκίνησαν επίσημα στη ΓΔΑΕΕ οι διαπραγματεύσεις με τη SIBAT για την απόκτηση των συστημάτων που θα συγκροτούσαν τον Ελληνικό Θόλο. Η επιλογή της διακρατικής συμφωνίας G2G κρίθηκε καθοριστική, καθώς επέτρεπε την επιτάχυνση των διαδικασιών, αξιοποιώντας και την εμπειρία από προηγούμενα εξοπλιστικά προγράμματα με το Ισραήλ. Παράλληλα, τρεις επιμέρους διαπραγματευτικές ομάδες άρχισαν να συζητούν με τις Rafael, IAI και ELTA τις τεχνικές και επιχειρησιακές λεπτομέρειες.
Στους επόμενους μήνες οι διαπραγματεύσεις προχώρησαν παράλληλα σε δύο μέτωπα: αφενός για τα συστήματα και τις ποσότητες που θα αγόραζε η Ελλάδα και αφετέρου για το βιομηχανικό αποτύπωμα του προγράμματος. Η ΓΔΑΕΕ απέστειλε το επίσημο ελληνικό Request For Proposal στη SIBAT, μετά τις συζητήσεις με τις ισραηλινές εταιρείες, ενώ άρχισε να οριστικοποιείται και το πλαίσιο των συμβάσεων.
Καθώς η διαδικασία προχωρούσε, το πρόγραμμα εμπλουτιζόταν και με πρόσθετες δυνατότητες, ενώ στο τραπέζι βρέθηκαν ακόμη και επιλογές όπως ο βαλλιστικός πύραυλος LORA για τον οποίο αναμένονται εξελίξεις στο επόμενο διάστημα. Παράλληλα, ο στόχος παρέμενε η όσο το δυνατόν ταχύτερη παράδοση των πρώτων συστημάτων, με τις πρώτες παραδόσεις να έχουν προγραμματιστεί να ξεκινήσουν πριν ολοκληρωθεί το σύνολο του προγράμματος.
Τον Ιούνιο έγινε το κρίσιμο βιομηχανικό «κλείδωμα». Η ελληνική συμμετοχή συμφωνήθηκε τουλάχιστον στο 25%, τόσο σε έργο παραγωγής όσο και σε μεταφορά τεχνογνωσίας. Στον αρχικό σχεδιασμό σύμφωνα με πληροφορίες του newmoney.gr θα συμμετέχουν οι ΕΑΣ, ΕΑΒ, Metlen, Miltech, Scytalys, Akmon, τα Ναυπηγεία Σαλαμίνας και η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, ενώ ο κατάλογος των ελληνικών επιχειρήσεων αναμένεται να διευρυνθεί όσο εξελίσσεται το πρόγραμμα.
Το επόμενο κρίσιμο βήμα ήταν η πολιτική έγκριση. Στις 23 Ιουλίου 2026 το ΚΥΣΕΑ έδωσε το «πράσινο φως» στην «Ασπίδα του Αχιλλέα», εντάσσοντάς την στον νέο μεγάλο κύκλο εξοπλιστικών προγραμμάτων των Ενόπλων Δυνάμεων.
Από εκεί και πέρα ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση για τις συμβάσεις. Η ελληνική και η ισραηλινή πλευρά ολοκλήρωσαν τις τελευταίες διοικητικές και νομικές διαδικασίες, ενώ στις αρχές Αυγούστου ήρθε και η απαραίτητη έγκριση από την ισραηλινή υπουργική Επιτροπή Εξαγωγών. Έτσι, το τελευταίο ουσιαστικό εμπόδιο για την ενεργοποίηση της διακρατικής συμφωνίας ξεπεράστηκε και οι δύο πλευρές μπήκαν στην τελική ευθεία για τις υπογραφές.
Από τι θα αποτελείται ο Θόλος
Ο Ελληνικός Θόλος δεν θα είναι ένα μεμονωμένο οπλικό σύστημα, αλλά ένα πλέγμα διαφορετικών μέσων που θα λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύστημα. Στον πυρήνα του βρίσκονται τρία βασικά ισραηλινά συστήματα.
Το BARAK MX της IAI θα αποτελέσει τον βασικό κορμό της αντιαεροπορικής άμυνας, με τρεις διαφορετικούς τύπους αναχαιτιστών, BARAK MRAD, LRAD και ER, με εμβέλειες περίπου 35, 70 και 150 χιλιομέτρων αντίστοιχα.
Στο επίπεδο των αισθητήρων θα βρίσκονται τα EL/M-2084 MMR της ELTA Systems, κινητά ραντάρ που θα ενισχύσουν το Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου της Πολεμικής Αεροπορίας και θα παρέχουν την απαραίτητη εικόνα του εναέριου χώρου.
Το τρίτο βασικό επίπεδο θα αποτελείται από τα συστήματα SPYDER της Rafael, ενώ για την αντιμετώπιση βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς προβλέπεται η ένταξη του David’s Sling, δημιουργώντας το ανώτερο στρώμα της αντιβαλλιστικής προστασίας.
Πάνω από όλα αυτά θα βρίσκεται ο «εγκέφαλος» του Θόλου: το ενιαίο Σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου (C2), το οποίο θα συνδέει τους αισθητήρες και τα διαφορετικά μέσα αναχαίτισης. Θα συγκεντρώνει τα επιχειρησιακά δεδομένα, θα αξιολογεί και θα προτεραιοποιεί τις απειλές και θα επιτρέπει την επιλογή του κατάλληλου μέσου αντιμετώπισης.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα στοιχήματα για την Ελλάδα. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν σχεδιάζεται απλώς ως μια αγορά ισραηλινών όπλων. Στόχος είναι να δημιουργηθεί στην Ελλάδα ένα σημαντικό κομμάτι της αρχιτεκτονικής του συστήματος, με συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, μεταφορά τεχνογνωσίας και ανάπτυξη τεχνολογικών δυνατοτήτων που θα παραμείνουν στη χώρα.
Έτσι, όταν σε 35 μήνες ο Ελληνικός Θόλος θα πρέπει να είναι πλήρως επιχειρησιακός, το πραγματικό ζητούμενο δεν θα είναι μόνο πόσους πυραύλους θα διαθέτει ή πόσα ραντάρ θα έχουν εγκατασταθεί. Θα είναι αν η Ελλάδα θα έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα ενιαίο, δικτυοκεντρικό σύστημα αεράμυνας και, ταυτόχρονα, μια νέα βιομηχανική βάση ικανή όχι μόνο να το υποστηρίζει, αλλά και να συμμετέχει στην επόμενη γενιά των συστημάτων του.
Πηγή: protothema.gr



















