Για την ενδυνάμωση του νεοελληνικού ναζισμού είναι σίγουρα υπεύθυνες η βαθύτατη οικονομική κρίση, η τεράστια ανεργία, οι οριζόντιες και άδικες περικοπές, η διάψευση των προσδοκιών των πολιτών αυτής εδώ της χώρας, το μεταναστευτικό κύμα, αλλά και οι προφανείς ανεπάρκειες ενός μεγάλου τμήματος του παλαιού (αλλά και σημερινού) πολιτικού προσωπικού που κατέφυγε στην πολιτική ως επάγγελμα, επειδή δεν ήξερε να κάνει άλλο επάγγελμα. Αν όμως μείνουμε σε αυτά, η ερμηνεία δεν θα είναι πλήρης.
Η θεώρηση της βίας ως μαμής της Ιστορίας δεν ήταν ευρέως αποδεκτή στη γερμανική κοινωνία. Εκτός από ακραία πολιτικά και καλλιτεχνικά κινήματα στην προ Βαϊμάρης Γερμανία, η βία δεν εθεωρείτο κινητήρια δύναμη της Ιστορίας ούτε καν από τους ηγέτες της ριζοσπαστικής μη μπολσεβίκικης Αριστεράς, όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπνεχτ. ΗΛούξεμπουργκ ακόμη και το 1919 έγραφε ότι «η ελευθερία είναι ελευθερία γι’ αυτούς που σκέφτονται διαφορετικά» και αποτασσόταν τη διαπροσωπική βία. Αντιθέτως, στην Ελλάδα, πολύ πριν από τη σημερινή άνοδο των ναζιστών, είχαμε πολλούς «αριστερούς και δεξιούς» που εκθείαζαν τη βία ως «μαμή της Ιστορίας».
Το αυγό του φιδιού στην Ελλάδα δεν το γεννά μόνο η οικονομική κρίση ούτε, όπως επιπόλαια κάποιοι διατείνονται, μόνο η δράση της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Γεννιέται από τη διάχυτη, κρυφή ή φανερή, αποδοχή της μη θεσμικής συναλλαγής και της διαπροσωπικής βίας ως μέσων επίλυσης των διαφορών.
Αυτή η αποδοχή απέκτησε τόσο ευρύ χαρακτήρα, γιατί προετοιμάστηκε από ιδεολογίες του κοινοτισμού, που ποτέ δεν αποδέχθηκαν ότι ο κάθε άνθρωπος, ξεχωριστά, οφείλει να ενεργεί σαν να αποτελεί θετικό κανόνα συμπεριφοράς για τους άλλους. Απλώς αυτή η κοινωνική αντίληψη και συμπεριφορά για να θεριέψει πολιτικά περίμενε μια μεγάλη κοινωνική και οικονομική κρίση. Για να αλλάξει πρέπει να δοθούν άλλα πρότυπα. Στη σημερινή κρίση αυτό είναι πολύ δύσκολο, αλλά όχι ανέφικτο.








