Γράφει η Βάσω Κίντη
Τον Αύγουστο του 2011 πέρασε από τη Βουλή ο νόμος για τα πανεπιστήμια, ένας νόμος που δεν υπαγορεύθηκε από τους δανειστές μας αλλά σχεδιάστηκε από τον Βασίλη Παπάζογλου και την Αννα Διαμαντοπούλου για να συντονιστούν τα πανεπιστήμιά μας με όσα γίνονται διεθνώς. Σε αυτόν αντιτάχθηκαν από την πρώτη στιγμή που δημοσιοποιήθηκε ως σχέδιο, και ανεξάρτητα εντελώς από το περιεχόμενό του, όλες οι συναφείς συντεχνίες και όλα τα αντιπολιτευόμενα κόμματα που στο κλίμα της εποχής αρνούνταν πεισματικά και ανεύθυνα το παραμικρό στοιχείο συναίνεσης (ενδεικτικά αναφέρω ότι η υπεύθυνη Παιδείας της ΔΗΜΑΡ κυρία Μαρία Ρεπούση διέκοψε αυθαίρετα εν εξελίξει ηλεκτρονική ψηφοφορία στον Τομέα Παιδείας για να προλάβει τυχόν έκβαση υπέρ του νόμου και έσπευσε να δηλώσει ότι το κόμμα της καταψηφίζει).
Αντίθετα ήταν επίσης πολλά (και μεγάλα) στελέχη του ΠαΣοΚ. Για να περάσει αυτός ο νόμος από τη Βουλή με την πρωτοφανή πλειοψηφία που τελικά εξασφάλισε, έγινε μία κρίσιμη υποχώρηση: Ο πρύτανης δεν επιλέγεται πλέον από το Συμβούλιο και εκλέγεται από τους καθηγητές, πράγμα που συνεπέφερε ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί πια να παύσει τον πρύτανη ακόμη κι αν αυτός αποδεικνύεται ακατάλληλος.
Πού βρισκόμαστε σήμερα, Αύγουστο του 2013; Εχουν εκλεγεί σε όλα τα Ιδρύματα Συμβούλια. Στις εκλογές που έγιναν μετ’ εμποδίων αλλά με μεγάλη συμμετοχή, και στις οποίες δεν έλαβαν μέρος υποστηρικτές του ΣΥΡΙΖΑ, ως εσωτερικά μέλη εκλέχθηκαν κυρίως καθηγητές με διοικητική εμπειρία, εκπρόσωποι των πολυπληθών ιατρικών σχολών και λίγα νέα πρόσωπα που είχαν κατά κανόνα υποστηρίξει την πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση. Ως εξωτερικά μέλη επιλέχθηκαν διακεκριμένοι επιστήμονες από το εξωτερικό, αρκετοί δικαστικοί, ομότιμοι καθηγητές πανεπιστημίων της χώρας αλλά ελάχιστοι μη ακαδημαϊκοί, γιατί πάλι ο νόμος Αρβανιτόπουλου απάλειψε από τα κριτήρια τη διάκριση στην κοινωνική, οικονομική, πολιτική ή πολιτιστική ζωή.
Υπάρχουν ασφαλώς διαφοροποιήσεις, αλλά στη σύνθεση των Συμβουλίων βρίσκονται εκπρόσωποι του «βαθέος» πανεπιστημίου με αποστολή τη διασφάλιση του status quo. Προσπαθούν, δηλαδή, διά της παρουσίας σε κάθε διαθέσιμο όργανο να διασφαλίσουν ότι τα κακώς κείμενα δεν θα θιγούν. Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν ήδη αντιδράσεις για την ίδρυση των ΝΠΙΔ που προβλέπει ο νόμος για τη διαχείριση των οικονομικών και την αξιοποίηση της περιουσίας των Ιδρυμάτων με επαγγελματική διοίκηση που θα ορίζεται από τα Συμβούλια, αντιδράσεις που κορυφώνονται στην προοπτική να περιέλθουν στα ΝΠΙΔ οι ΕΛΚΕ, δηλαδή οι Ειδικοί Λογαριασμοί με τα χρήματα των ερευνητικών προγραμμάτων που χειρίζονταν με ευελιξία (και συχνά αδιαφάνεια) οι πρυτανικές αρχές. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρυτανεία του ΕΚΠΑ δεν επιτρέπει στο Συμβούλιο την πρόσβαση στα πρακτικά και στις αποφάσεις του ΕΛΚΕ, ενώ το Συμβούλιο έχει στις αρμοδιότητές του την εποπτεία των οικονομικών.
Γενικά η προσπάθεια είναι να τεθούν τα Συμβούλια στο περιθώριο και να καταστούν διακοσμητικά. Να κάνουν μόνο έλεγχο νομιμότητας (και όχι ουσίας), λες και είναι νομικοί σύμβουλοι, ή να γίνουν άλλο ένα όργανο που εκδίδει συνδικαλιστικού τύπου ανακοινώσεις επί παντός του επιστητού. Επιχειρείται επίσης, παρά τα υπαρκτά προβλήματα, μια (λανθασμένη) θεσμικού τύπου αντιπαράθεση πρυτάνεων και Συμβουλίων. Τέλος, θεωρείται ότι τα Συμβούλια είναι κάτι σαν τη θεία από την Αμερική που θα φέρνει χρήματα για να τα ξοδεύουμε όπως πρώτα. Σίγουρα τα Συμβούλια πρέπει να φροντίσουν να εξασφαλίσουν εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, αλλά κανένας χορηγός δεν θα εμπιστευθεί τα χρήματά του σε ένα Ιδρυμα που στη διαχείριση των οικονομικών του δεν υπάρχουν αξιοπιστία, διαφάνεια και λογοδοσία.
Οσα Συμβούλια προσπαθούν να κάνουν σοβαρά τη δουλειά τους έχουν ήδη ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα και δίνουν στην ακαδημαϊκή κοινότητα την ελπίδα ότι κάτι μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο στα ΑΕΙ. Δεν έχουν παρά να ασκήσουν με συνέπεια τις αρμοδιότητές τους.







