Στον μονόλογό του τούτο ο Μανόλης (με “ο” όπως το έγραφε ο ίδιος) Αναγνωστάκης λέει για την προτίμησή του στον “ασύλληπτο” Κάλβο και τον Καβάφη «που κολακεύει τον κόσμο», τους Γάλλους ποιητές αλλά και για τον Ουίτμαν. Μας βάζει στο εργαστήρι της γραφής του και ομολογεί με υπονομευτικό χιούμορ την “αναπηρία” του – “υπήρξα ένας αριστερός manqué. Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά. Όλα τα κάνω με το αριστερό χέρι. Εκτός από το γράψιμο, γιατί φαίνεται, μικρός όταν ήμουν, μου επέβαλαν να γράφω με το δεξί.“ Χωρίς να περιαυτολογεί, καταθέτει την γνώμη του για τα λογοτεχνικά περιοδικά, την ποιητική και πεζογραφική μας παράδοση, την περιρέουσα -ναι, υπήρχε και τότε- γλωσσική κατάπτωση και ένδεια των νέων, την μετάφραση της ποίησης, την ελληνική απουσία στο λογοτεχνικό προσκήνιο του εξωτερικού. Μιλά αντιμετωπίζοντας την γλώσσα (και συνεπώς την λογοτεχνία) ως ζώντα οργανισμό της κοινωνίας και ο λόγος του ξαφνιάζει με την τόση συνάφεια που παρουσιάζει με το παρόν. Και μεταξύ μας, προκαλεί και θλίψη όταν διαπιστώνεις πως κάποια πράγματα, τόσα χρόνια μετά, έχουν αλλάξει ελάχιστα.
Άλλωστε, ένα κύριο χαρακτηριστικό των ηττημένων είναι πως παραιτούνται γενικώς από κάθε δραστηριότητα ενώ ο Αναγνωστάκης, αν και από άλλο μετερίζι, παραμένει δραστήριος. Έχει το γνώθι σαυτόν και είναι ξεκάθαρος: «Το ’71 ουσιαστικά σταματάει η ποιητική μου παραγωγή. Δεν γράφω καθόλου ποιήματα. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράφω ποιήματα, καθόλου. Συνεχίζω όμως εντατικά την πνευματική μου προσφορά με δοκίμια, με άρθρα, με ορισμένες μελέτες, με πολιτική δράση – αυτό που εγώ θεωρώ δημόσια παρέμβαση.”
Σε μια εποχή που όλοι μπορούν να μιλήσουν για όλα, είναι πραγματικά ευεργετικό να διαβάζεις για εκείνους τους ελάχιστους που τους απασχολούσαν οι λεπτομέρειες του τί θα πεις και πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για να το πεις. Ή ακόμη όπως λέει και ο ίδιος ο ποιητής: “Γιατί υποχρεωτικά να μιλήσω;”
Πηγή: BookWorm








