Αιφνιδιασμό και έντονη δυσαρέσκεια προκάλεσε στην Αθήνα η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, η οποία μέχρι πρότινος αποτελούσε το βασικό πολιτικό ανάχωμα απέναντι στη συμφωνία που είχαν υπογράψει το 2019 ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ο τότε επικεφαλής της κυβέρνησης της Τρίπολης, Φαγέζ αλ Σάρατζ.
Η απόφαση ήρθε να ανατρέψει τις προσδοκίες που είχε καλλιεργήσει στην ελληνική πλευρά η προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων με τη Λιβύη, αλλά και η επί χρόνια αντίθεση του λιβυκού κοινοβουλίου στο μνημόνιο, το οποίο είχε απορρίψει το 2020.
Η ελληνική κυβέρνηση είχε επενδύσει σημαντικό διπλωματικό κεφάλαιο στην προσέγγιση με το στρατόπεδο του Χαλίφα Χάφταρ, διατηρώντας παράλληλα ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Τρίπολης. Πρόκειται για τα δύο ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας της διαιρεμένης Λιβύης, με τα οποία η Αθήνα επιχείρησε να αναπτύξει παράλληλες σχέσεις. Στόχος ήταν αφενός να αποτραπεί η επικύρωση της συμφωνίας και αφετέρου να προχωρήσουν οι συνομιλίες για την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ελλάδας και Λιβύης.
Στο τραπέζι τα ευρωπαϊκά κονδύλια προς τη Βεγγάζη
Μια πρόσθετη διάσταση στις εξελίξεις αφορά τα περιθώρια άσκησης πίεσης προς την ανατολική Λιβύη μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με πληροφορίες του iefimerida, στους κόλπους της ΕΕ βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη παρασκηνιακή συζήτηση για το ενδεχόμενο διακοπής της χρηματοδότησης που κατευθύνεται προς τη Βεγγάζη για τη διαχείριση του μεταναστευτικού. Πρόκειται για μια συγκυρία την οποία η Αθήνα θα μπορούσε να αξιοποιήσει, επιδιώκοντας να συνδέσει την επανεξέταση της ευρωπαϊκής συνεργασίας με τη στάση της ανατολικής Λιβύης απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προχωρήσει σε πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους 25 εκατ. ευρώ για τη συνεργασία με την ανατολική Λιβύη σε ζητήματα διαχείρισης συνόρων, έρευνας και διάσωσης και αντιμετώπισης της διακίνησης μεταναστών. Εφόσον οι σχετικές διεργασίες στις Βρυξέλλες προχωρήσουν, η Ελλάδα θα μπορούσε να υποστηρίξει την αναστολή ή την επανεξέταση των συγκεκριμένων κονδυλίων, προσθέτοντας ένα μέσο πίεσης προς το στρατόπεδο Χάφταρ. Προς το παρόν, πάντως, δεν υπάρχει απόφαση διακοπής της χρηματοδότησης ούτε επιβεβαιωμένη ελληνική πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση.
Οι προσδοκίες από τη Βεγγάζη
Η ελληνική διπλωματία είχε επιχειρήσει το τελευταίο διάστημα να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με τη Λιβύη, επιδιώκοντας να αποκτήσει ουσιαστικούς διαύλους επικοινωνίας τόσο με την Τρίπολη όσο και με τη Βεγγάζη. Η προσπάθεια αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία για την Αθήνα, καθώς η ανατολική Λιβύη παρέμενε αντίθετη στο τουρκολιβυκό μνημόνιο και η στάση της αποτελούσε ένα από τα βασικά εμπόδια στην επικύρωσή του.
Η σχέση της Αθήνας με τον Χαλίφα Χάφταρ είχε αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα ήδη από τα τέλη του 2019, όταν η υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου έφερε την Ελλάδα σε ανοιχτή αντιπαράθεση με την κυβέρνηση της Τρίπολης. Την περίοδο εκείνη, ο ισχυρός άνδρας της ανατολικής Λιβύης αποτελούσε έναν από τους βασικούς αντιπάλους της τουρκικής παρέμβασης στη χώρα, γεγονός που είχε δημιουργήσει κοινό έδαφος συνεννόησης με την Αθήνα. Η προσέγγιση επισφραγίστηκε τον Ιανουάριο του 2020, όταν ο Χάφταρ επισκέφθηκε την ελληνική πρωτεύουσα και συναντήθηκε με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η εικόνα αυτή άρχισε να μεταβάλλεται το 2025. Η επαναπροσέγγιση της Βεγγάζης με την Άγκυρα είχε ήδη ξεκινήσει από την άνοιξη, με την επίσκεψη του Σαντάμ Χάφταρ στην Τουρκία, ενώ το καλοκαίρι προέκυψαν νέες τριβές στις σχέσεις της ανατολικής Λιβύης με την Αθήνα. Η λιβυκή ρηματική διακοίνωση στον ΟΗΕ, με την οποία αμφισβητούνταν οι ελληνικές θαλάσσιες διεκδικήσεις νότια της Κρήτης, και η στάση του στρατοπέδου Χάφταρ απέναντι στις λιβυκές αξιώσεις ανέδειξαν ότι η Βεγγάζη δεν μπορούσε πλέον να θεωρείται δεδομένος σύμμαχος της ελληνικής πλευράς. Είχε προηγηθεί και το διπλωματικό επεισόδιο με την αποπομπή ευρωπαϊκής αντιπροσωπείας από τη Βεγγάζη, στην οποία συμμετείχε και ο Έλληνας υπουργός Μετανάστευσης.
Παρά τα προειδοποιητικά αυτά σημάδια, η Αθήνα επιχείρησε να αποκαταστήσει τους διαύλους επικοινωνίας με την οικογένεια Χάφταρ, επενδύοντας στην οικονομική συνεργασία και στις διπλωματικές επαφές. Την ίδια περίοδο, όμως, η Άγκυρα ενίσχυε συστηματικά την παρουσία της στην ανατολική Λιβύη, περιορίζοντας σταδιακά το πολιτικό πλεονέκτημα που διέθετε μέχρι τότε η Ελλάδα στη Βεγγάζη.
Από το καλοκαίρι του 2025 πραγματοποιήθηκαν διαδοχικές ελληνικές διπλωματικές επαφές με τις δύο λιβυκές πλευρές. Παράλληλα, άρχισαν τεχνικές συνομιλίες με την κυβέρνηση της Τρίπολης για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, ενώ η Αθήνα επιδίωξε να ενισχύσει τη συνεργασία της με τη Βεγγάζη και σε άλλα πεδία, μεταξύ των οποίων η οικονομία, η άμυνα και η ναυτιλία.
Η προσέγγιση με την οικογένεια Χάφταρ είχε καλλιεργήσει προσδοκίες ότι η ανατολική Λιβύη θα εξακολουθούσε να αντιστέκεται στην επικύρωση του μνημονίου. Η εικόνα αυτή, ωστόσο, συνυπήρχε με τις πληροφορίες που έφθαναν στην Αθήνα για την αυξανόμενη τουρκική επιρροή στη Βεγγάζη και τις προσπάθειες της Άγκυρας να μεταβάλει τη στάση του λιβυκού κοινοβουλίου.
Η ελληνική πλευρά είχε επιδιώξει να διατηρήσει τη Βεγγάζη ενήμερη για την πορεία των επαφών με την Τρίπολη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ανατολική Λιβύη συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για τις θαλάσσιες ζώνες. Οι συνομιλίες αυτές διεξάγονταν με την αναγνωρισμένη κυβέρνηση της χώρας.
Οι διαβεβαιώσεις του Σάλεχ
Η αισιοδοξία της ελληνικής πλευράς στηριζόταν και στην επί χρόνια στάση του Ακίλα Σάλεχ, ο οποίος είχε επανειλημμένα αμφισβητήσει τη νομιμότητα του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Από την υπογραφή της συμφωνίας, τον Νοέμβριο του 2019, ο τότε πρόεδρος της λιβυκής Βουλής είχε υποστηρίξει ότι η κυβέρνηση του Φαγέζ αλ Σάρατζ δεν διέθετε την απαραίτητη κοινοβουλευτική νομιμοποίηση για να συνάψει τη συμφωνία. Η αντίθεσή του αποτυπώθηκε και στις αποφάσεις του 2020, με τις οποίες το κοινοβούλιο απέρριψε τα μνημόνια συνεργασίας με την Τουρκία και διέκοψε τις πολιτικές σχέσεις με την Άγκυρα.
Η στάση αυτή επαναβεβαιώθηκε κατά τις επαφές του Σάλεχ στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 2025. Στη συνάντησή του με τον πρόεδρο της Βουλής, Νικήτα Κακλαμάνη, η ελληνική πλευρά είχε θέσει εκ νέου το ζήτημα του τουρκολιβυκού μνημονίου, επιδιώκοντας να διασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει αλλαγή της θέσης του λιβυκού κοινοβουλίου.
Ο Σάλεχ επέμεινε τότε ότι η συμφωνία είχε υπογραφεί χωρίς την απαιτούμενη νομιμοποίηση και δεν είχε εγκριθεί από τη Βουλή. Η επιχειρηματολογία του ήταν σαφής: μια συμφωνία που είχε συναφθεί χωρίς την προβλεπόμενη κοινοβουλευτική διαδικασία δεν μπορούσε, κατά την άποψή του, να αποκτήσει νομική ισχύ απλώς με την πάροδο του χρόνου.
Για την Αθήνα, η στάση του αποτελούσε ένα από τα βασικά πολιτικά στηρίγματα της στρατηγικής της έναντι της Λιβύης. Η αντικατάστασή του στην προεδρία του κοινοβουλίου, λίγο πριν από την επικύρωση, αποδείχθηκε καθοριστική εξέλιξη.
Τον αιφνιδιασμό της Αθήνας αποτυπώνουν και όσα μετέφερε πηγή με καλή γνώση των εξελίξεων. Η εικόνα που είχε διαμορφωθεί στην ελληνική πλευρά ήταν ότι οι επαφές με το στρατόπεδο Χάφταρ εξελίσσονταν σε θετικό κλίμα και δεν προμήνυαν μια τόσο δραστική αλλαγή στάσης. Η εκτίμηση αυτή δεν περιοριζόταν στο υπουργείο Εξωτερικών, αλλά αποτυπωνόταν και στην ενημέρωση που παρείχαν τα υπουργεία Εθνικής Άμυνας και Ναυτιλίας, τα οποία μετέφεραν ότι υπήρχε καλή συνεννόηση με την ανατολική Λιβύη.
Το παρασκήνιο της στροφής Χάφταρ
Η μεταστροφή της ανατολικής Λιβύης δεν προέκυψε αιφνιδίως. Είχε προηγηθεί μια συστηματική προσπάθεια της Άγκυρας να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με το στρατόπεδο Χάφταρ, παρά το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του λιβυκού εμφυλίου η Τουρκία είχε στηρίξει στρατιωτικά την αντίπαλη κυβέρνηση της Τρίπολης.
Η τουρκική στρατιωτική συνδρομή υπήρξε καθοριστική για την απόκρουση της επίθεσης των δυνάμεων Χάφταρ εναντίον της λιβυκής πρωτεύουσας το 2019 και το 2020. Για αρκετά χρόνια, η αντιπαράθεση αυτή καθιστούσε τη Βεγγάζη ένα από τα βασικά εμπόδια στην επέκταση της τουρκικής επιρροής σε ολόκληρη τη Λιβύη.
Η Άγκυρα, ωστόσο, άλλαξε σταδιακά προσέγγιση. Διατηρώντας τις ισχυρές σχέσεις της με την Τρίπολη, άρχισε να αναπτύσσει επαφές και με την ανατολική πλευρά, αξιοποιώντας τις δυνατότητες οικονομικής συνεργασίας, τα έργα ανοικοδόμησης και τις προοπτικές στρατιωτικής συνεργασίας.
Στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας βρέθηκε ο Σαντάμ Χάφταρ, ο οποίος έχει αποκτήσει αυξανόμενη επιρροή στο στρατιωτικό και πολιτικό σύστημα της ανατολικής Λιβύης. Οι επαφές του με την τουρκική ηγεσία, σε συνδυασμό με τις επισκέψεις Τούρκων αξιωματούχων στη Βεγγάζη, κατέδειξαν ότι η προσέγγιση των δύο πλευρών είχε αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο.
Σύμφωνα με διπλωματικές εκτιμήσεις, η Άγκυρα αξιοποίησε την προσέγγισή της με την οικογένεια Χάφταρ για να επιτύχει την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της Βεγγάζης. Στο παρασκήνιο γίνεται λόγος για πιέσεις προς την ηγεσία της Ανατολικής Λιβύης, αλλά και για πιθανά ανταλλάγματα σε επίπεδο πολιτικής και στρατιωτικής συνεργασίας, τα οποία φαίνεται να συνέβαλαν στη μεταστροφή της στάσης της απέναντι στην Άγκυρα.
Περισσότερο απτά είναι όσα συνέβησαν στο εσωτερικό της Βουλής των Αντιπροσώπων. Στις αρχές Οκτωβρίου, ο Ακίλα Σάλεχ απομακρύνθηκε από την προεδρία έπειτα από περίπου δώδεκα χρόνια και αντικαταστάθηκε από τον Ας Σαλίχ Αμπντελνάμπι αλ Ομπαϊντί, ο οποίος είχε προηγουμένως αναπτύξει κοινοβουλευτικές σχέσεις με την Τουρκία.
Η αλλαγή αυτή άνοιξε τον δρόμο για την ανατροπή της προηγούμενης στάσης του κοινοβουλίου. Στις 20 Οκτωβρίου, οι βουλευτές ενέκριναν ομόφωνα το μνημόνιο του 2019 και ανακάλεσαν τις αποφάσεις του 2020 με τις οποίες είχαν απορρίψει τις συμφωνίες με την Άγκυρα και είχαν διακόψει τις πολιτικές σχέσεις με την Τουρκία.
Το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο της νέας πραγματικότητας ήταν η δημόσια τοποθέτηση του Σαντάμ Χάφταρ. Ο ισχυρός παράγοντας της ανατολικής Λιβύης χαιρέτισε την επικύρωση, παρουσιάζοντας τη συμφωνία ως εργαλείο προστασίας των δικαιωμάτων και των οικονομικών συμφερόντων της χώρας στη Μεσόγειο.
Η δήλωσή του επιβεβαιώνει ότι η αλλαγή δεν περιορίζεται σε μια κοινοβουλευτική διαδικασία. Αποτυπώνει την πολιτική προσέγγιση του περιβάλλοντος Χάφταρ με την Άγκυρα και την εγκατάλειψη μιας θέσης που επί χρόνια εξυπηρετούσε τις ελληνικές διπλωματικές επιδιώξεις.
Η αντίδραση της Αθήνας και η ευρωπαϊκή παρέμβαση
Η αντίδραση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών ήταν έντονη. Με ανακοίνωσή του απέρριψε την επικύρωση, υπογραμμίζοντας ότι η απόφαση της λιβυκής Βουλής δεν μεταβάλλει τον παράνομο και άκυρο χαρακτήρα του μνημονίου, το οποίο παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και θίγει τα κυριαρχικά δικαιώματα κρατών της περιοχής.
«Η γεωγραφία και το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας δεν αλλάζουν με μονομερείς, νομικά αβάσιμες κοινοβουλευτικές αποφάσεις», ήταν το μήνυμα της Αθήνας, η οποία επανέλαβε ότι η Τουρκία και η Λιβύη δεν διαθέτουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές που να δικαιολογούν τη συγκεκριμένη οριοθέτηση.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, μετά τη γνωστοποίηση της επικύρωσης ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, είχε τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Αιγύπτιο ομόλογό του, Μπαντρ Αμπντελάτι, και τον Κύπριο υπουργό Εξωτερικών, Κωνσταντίνο Κόμπο, στο πλαίσιο του συντονισμού της Αθήνας με το Κάιρο και τη Λευκωσία. Η ελληνική πλευρά έχει ήδη ενημερώσει τους εταίρους και συμμάχους της για τις εξελίξεις, διαμηνύοντας ότι θα προχωρήσει σε κάθε ενδεδειγμένη ενέργεια για την προστασία των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.
Σημαντική ήταν και η παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, εξέφρασαν τη βαθιά λύπη τους για την επικύρωση και επανέλαβαν την πάγια ευρωπαϊκή θέση απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Οι δύο Ευρωπαίοι αξιωματούχοι υπογράμμισαν ότι η συμφωνία παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και είναι άκυρη και ανίσχυρη. Παράλληλα, εξέφρασαν την αλληλεγγύη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Ελλάδα και την Κύπρο.
Τα νέα δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο
Η επικύρωση του μνημονίου μεταβάλλει τις πολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Για πρώτη φορά από το 2019, τα δύο ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας της Λιβύης συγκλίνουν ως προς τη συμφωνία με την Τουρκία, παρά το γεγονός ότι η χώρα εξακολουθεί να παραμένει πολιτικά και διοικητικά διαιρεμένη.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Άγκυρα. Η Τουρκία είχε ήδη εξασφαλίσει τη συμφωνία της Τρίπολης, αλλά επί χρόνια αντιμετώπιζε την αντίθεση της ανατολικής Λιβύης. Με την επικύρωση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ένα σημαντικό πολιτικό εμπόδιο έχει πλέον αρθεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η συμφωνία αποκτά νομιμότητα έναντι τρίτων κρατών. Η ελληνική θέση παραμένει ότι το μνημόνιο παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και αγνοεί τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών. Ωστόσο, σε πολιτικό επίπεδο, η Αθήνα χάνει ένα από τα βασικά στηρίγματα της μέχρι τώρα στρατηγικής της απέναντι στη Λιβύη.
Η εξέλιξη αφορά άμεσα και την Αίγυπτο, η οποία έχει απορρίψει το τουρκολιβυκό μνημόνιο και διατηρεί στενούς δεσμούς με το στρατόπεδο Χάφταρ. Η προσέγγιση της Βεγγάζης με την Άγκυρα επηρεάζει επομένως ένα ευρύτερο πλέγμα περιφερειακών σχέσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία οι θαλάσσιες οριοθετήσεις συνδέονται με τις ενεργειακές προοπτικές της Ανατολικής Μεσογείου.
Για την ελληνική διπλωματία, η νέα πραγματικότητα είναι δυσμενέστερη. Οι συνομιλίες για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών διεξάγονται με την κυβέρνηση της Τρίπολης, η οποία είχε υπογράψει το μνημόνιο του 2019. Μέχρι πρότινος, όμως, η αντίθεση της ανατολικής Λιβύης προσέφερε στην Αθήνα ένα πολιτικό αντίβαρο. Μετά την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου, αυτό το δεδομένο δεν υφίσταται πλέον.
Δεύτερο μέτωπο έντασης νότια της Κρήτης
Στη νέα εξίσωση προστίθεται και η ήδη εκδηλωμένη λιβυκή αντίθεση στις ελληνικές έρευνες υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης, η οποία μπορεί να αποτελέσει το επόμενο σημείο τριβής μεταξύ Αθήνας και Τρίπολης.
Η λιβυκή πλευρά έχει αμφισβητήσει τις ελληνικές παραχωρήσεις θαλάσσιων οικοπέδων, υποστηρίζοντας ότι μέρος των περιοχών αυτών εμπίπτει σε θαλάσσιες ζώνες τις οποίες διεκδικεί. Οι αξιώσεις αυτές έχουν αποτυπωθεί σε διπλωματικές διακοινώσεις και συνδέονται με τις θέσεις που έχει γνωστοποιήσει η Λιβύη στα Ηνωμένα Έθνη.
Η Τρίπολη έχει εκφράσει αντιρρήσεις για τη διεξαγωγή ερευνητικών δραστηριοτήτων σε περιοχές όπου δεν έχει προηγηθεί συμφωνία οριοθέτησης, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο να επηρεαστεί η πορεία των διμερών συνομιλιών. Από την πλευρά της, η Αθήνα απορρίπτει τις λιβυκές αξιώσεις και υποστηρίζει ότι η Κρήτη διαθέτει πλήρη δικαιώματα υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα ενόψει των σχεδιαζόμενων σεισμικών ερευνών της αμερικανικής Chevron, οι οποίες, σύμφωνα με τον υφιστάμενο ενεργειακό σχεδιασμό, προβλέπεται να αρχίσουν έως το τέλος του 2026. Η μετάβαση από τη διαδικασία παραχώρησης των οικοπέδων στην πραγματοποίηση ερευνών στη θάλασσα ενδέχεται να προκαλέσει νέες λιβυκές αντιδράσεις.
Δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής επιβεβαιωμένες ενδείξεις ότι η Λιβύη σχεδιάζει να παρεμποδίσει επιχειρησιακά τις έρευνες. Ωστόσο, η ήδη εκφρασμένη αμφισβήτηση των ελληνικών θαλάσσιων οικοπέδων αποκτά διαφορετική πολιτική βαρύτητα μετά τη σύγκλιση Τρίπολης και Βεγγάζης ως προς το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Η επικύρωση της συμφωνίας ενδέχεται να αποτελέσει σημείο καμπής για μια περίοδο αρνητικών εξελίξεων στις ελληνολιβυκές σχέσεις. Με τα δύο ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας της χώρας να συγκλίνουν πλέον ως προς τη συμφωνία με την Τουρκία, η προοπτική οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών μεταξύ Αθήνας και Τρίπολης καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη υπό τις παρούσες συνθήκες. Την ίδια ώρα, η ήδη εκδηλωμένη λιβυκή αμφισβήτηση των ελληνικών θαλάσσιων οικοπέδων νότια της Κρήτης δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ένα δεύτερο μέτωπο έντασης, καθώς πλησιάζει η έναρξη των ερευνών για υδρογονάνθρακες.
Πυρά από την αντιπολίτευση
Η επικύρωση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, με την αντιπολίτευση να επικρίνει την κυβερνητική διαχείριση των σχέσεων με τη Λιβύη.
Η ΕΛ.Α.Σ. έκανε λόγο για αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής, ζητώντας αλλαγή διπλωματικής στρατηγικής και ανάληψη πρωτοβουλιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ακόμη και με την εξέταση κυρώσεων κατά της Τουρκίας και της Λιβύης. Παράλληλα, επανέφερε την πρόταση για επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σε υψηλούς τόνους κινήθηκε και ο Αντώνης Σαμαράς, ασκώντας κριτική στον πρωθυπουργό και στην ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών. Ο πρώην πρωθυπουργός συνέδεσε την εξέλιξη με τη συνολικότερη κυβερνητική διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και την πολιτική των «ήρεμων νερών».
Το ΚΚΕ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι είχε καλλιεργήσει εφησυχασμό σχετικά με τις εξελίξεις στη Λιβύη, επισημαίνοντας ότι η επικύρωση του μνημονίου επιβεβαιώνει τους κινδύνους που δημιουργούν οι ανταγωνισμοί στην Ανατολική Μεσόγειο.
Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, η Ρένα Δούρου χαρακτήρισε την εξέλιξη σοβαρό διπλωματικό φιάσκο και επανέφερε την ανάγκη αναζήτησης συμφωνίας με τη Λιβύη για την παραπομπή της διαφοράς στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Η απόφαση του λιβυκού κοινοβουλίου δεν μεταβάλλει τη νομική θέση της Ελλάδας απέναντι στο μνημόνιο. Αλλάζει, όμως, τους πολιτικούς συσχετισμούς μέσα στους οποίους η Αθήνα καλείται να υπερασπιστεί τις θέσεις της. Η ανατολική Λιβύη, στην οποία είχε επενδύσει σημαντικό διπλωματικό κεφάλαιο, δεν αποτελεί πλέον ανάχωμα στις τουρκικές επιδιώξεις.
Το επόμενο κρίσιμο πεδίο ενδέχεται να είναι η θάλασσα νότια της Κρήτης. Εκεί, η έναρξη των ερευνών για υδρογονάνθρακες θα αποτελέσει την πρώτη ουσιαστική δοκιμασία των ελληνολιβυκών σχέσεων μετά την επικύρωση του μνημονίου και θα δείξει εάν η πολιτική μεταστροφή της Βεγγάζης θα έχει συνέπειες και πέρα από το διπλωματικό επίπεδο.
Πηγή: iefimerida.gr






