Στο επίκεντρο ενός νέου κύκλου επικρίσεων έχουν βρεθεί τα αιολικά πάρκα μετά τη μεγάλη πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στη Βοιωτία και επεκτάθηκε προς το Πόρτο Γερμενό. Το περιστατικό πυροδότησε πανελλαδική εισαγγελική έρευνα για τις άδειες, την τεχνική ασφάλεια, τη συντήρηση και τη λειτουργία των εγκαταστάσεων, ενώ αναζωπύρωσε στο διαδίκτυο τις θεωρίες ότι οι φωτιές «ανοίγουν τον δρόμο» για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών.
Σε αυτό το περιβάλλον παρεμβαίνει η ΕΛΕΤΑΕΝ, η οποία τάσσεται υπέρ της πλήρους διερεύνησης και καλεί τις εταιρείες του κλάδου να συνεργαστούν με τις αρμόδιες αρχές, απορρίπτοντας, ωστόσο, τη μετατροπή ενός συγκεκριμένου περιστατικού σε γενικευμένο κατηγορητήριο κατά της αιολικής ενέργειας.
Το νέο αυτό μέτωπο ανοίγει σε μια κρίσιμη καμπή για την αιολική αγορά, η οποία βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με το μεγαλύτερο θεσμικό της τεστ των τελευταίων ετών: το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ. Η υπογραφή της κοινής υπουργικής απόφασης θεωρείται θέμα ημερών, με την κυβέρνηση να εμφανίζεται αποφασισμένη να διατηρήσει τον βασικό κορμό των αυστηρών περιορισμών, παρά τις επιμέρους διορθώσεις, και τον κλάδο να προειδοποιεί ότι οι νέοι «κόφτες» συρρικνώνουν δραστικά τον διαθέσιμο χώρο για επενδύσεις.
Ειδικότερα, η προκαταρκτική εξέταση που διενεργεί η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού, κατόπιν παραγγελίας της εποπτεύουσας εισαγγελέως και σε συνεννόηση με τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αποκτά πανελλαδική εμβέλεια. Αντικείμενό της είναι οι άδειες λειτουργίας, η τήρηση των τεχνικών προδιαγραφών, η συντήρηση και ο τρόπος λειτουργίας των αιολικών εγκαταστάσεων, με ιδιαίτερη έμφαση σε έργα ή συνοδευτικές υποδομές που έχουν συνδεθεί κατά το παρελθόν με περιστατικά πυρκαγιάς. Όπου κριθεί αναγκαίο, η έρευνα θα συμπληρωθεί με συλλογή στοιχείων από τις συναρμόδιες υπηρεσίες, πραγματογνωμοσύνες και άλλες ανακριτικές πράξεις, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν τηρήθηκαν οι διοικητικές και τεχνικές υποχρεώσεις και εάν προκύπτουν συγκεκριμένες ποινικές ευθύνες. Η διαδικασία, πάντως, βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της διερεύνησης και δεν προεξοφλεί ούτε παραβάσεις ούτε συλλογική ευθύνη του κλάδου.
Αφορμή για την έρευνα αποτέλεσε η πυρκαγιά στη Βοιωτία, η οποία πήρε μεγάλες διαστάσεις και έθεσε υπό ποινική διερεύνηση τις υποδομές που εξυπηρετούν υφιστάμενο αιολικό πάρκο. Σύμφωνα με την έως τώρα επίσημη ενημέρωση της Πυροσβεστικής, το σημείο έναρξης δεν εντοπίστηκε στις ανεμογεννήτριες ούτε μέσα στο ίδιο το πάρκο, αλλά σε γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, περίπου 500 μέτρα από τις ανεμογεννήτριες, μέσω της οποίας η παραγόμενη ενέργεια διοχετευόταν προς το κεντρικό δίκτυο. Στο ίδιο σημείο είχε εκδηλωθεί φωτιά και στα τέλη Ιουνίου. Η κρίσιμη αυτή διάκριση δεν αναιρεί την ανάγκη του ελέγχου· καθορίζει, όμως, το πραγματικό τεχνικό πεδίο πάνω στο οποίο πρέπει να αναζητηθούν οι ευθύνες.
Η ΕΛΕΤΑΕΝ υπέρ της έρευνας, κατά της γενίκευσης
Σαφή θέση υπέρ της πλήρους διερεύνησης της πυρκαγιάς λαμβάνει η ΕΛΕΤΑΕΝ, χαρακτηρίζοντας αυτονόητη ευθύνη της Πολιτείας τη διαλεύκανση των αιτίων της. Η Ένωση στηρίζει κάθε πρωτοβουλία των αρμόδιων αρχών για τον έλεγχο της ασφάλειας των ενεργειακών εγκαταστάσεων, επισημαίνοντας ότι αντίστοιχοι έλεγχοι είναι αναγκαίοι σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, και καλεί τις εταιρείες του κλάδου να συνδράμουν τις σχετικές έρευνες. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, θέτει σαφή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αναγκαία διερεύνηση του συγκεκριμένου περιστατικού και στη γενικευμένη στοχοποίηση της αιολικής ενέργειας.
Από αυτό το σημείο και μετά, ωστόσο, η Ένωση χαράζει μια σαφή διαχωριστική γραμμή. Καταγγέλλει ότι στο διαδίκτυο ένα συγκεκριμένο και τραγικό περιστατικό γενικεύεται σε βάρος μιας περιβαλλοντικά φιλικής τεχνολογίας, ενώ αναπαράγονται εκ νέου οι θεωρίες ότι οι φωτιές προκαλούνται σκοπίμως για να ανοίξει ο δρόμος στις ανεμογεννήτριες. «Ο λαϊκισμός αυτός αποπροσανατολίζει από το συγκεκριμένο γεγονός και δεν βοηθά ούτε την ασφάλεια ούτε τον δημόσιο διάλογο», τονίζει.
Η ΕΛΕΤΑΕΝ επισημαίνει ακόμη ότι η αιολική ενέργεια λειτουργεί αποδοτικά και με ασφάλεια επί δεκαετίες στην Ελλάδα και διεθνώς, μέσα σε συγκεκριμένο θεσμικό και τεχνικό πλαίσιο, και ότι τόσο στη χώρα μας όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο αναγνωρίζεται ως δραστηριότητα που εξυπηρετεί υπέρτατο δημόσιο συμφέρον. Προσθέτει, μάλιστα, μια πλευρά που συχνά απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση: ότι τα αιολικά πάρκα συχνά συμβάλλουν στην πρόληψη και στην αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών, μέσω της διάνοιξης και της συντήρησης οδών πρόσβασης, της δημιουργίας αντιπυρικών ζωνών και της ανάπτυξης υποδομών που διευκολύνουν τη δράση των πυροσβεστικών δυνάμεων.
Στο κλείσιμο της παρέμβασής της, η Ένωση προειδοποιεί ότι η διαρκής και γενικευμένη στοχοποίηση των αιολικών υπονομεύει τα οφέλη της τεχνολογίας στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, στην παροχή φθηνής ενέργειας και στην ενίσχυση της ενεργειακής ανεξαρτησίας. «Η ενεργειακή μετάβαση προς όφελος της κοινωνίας προϋποθέτει, πάνω απ’ όλα, εμπιστοσύνη, κανόνες και υπευθυνότητα από όλους», καταλήγει.
Η θέση αυτή δεν ισοδυναμεί με αίτημα εξαίρεσης των αιολικών εγκαταστάσεων από τον έλεγχο. Η αγορά αναγνωρίζει ότι κάθε τεχνική ή ηλεκτρική αστοχία πρέπει να διερευνάται και κάθε ευθύνη να αποδίδεται εκεί όπου δείχνουν τα στοιχεία. Τα αιολικά έργα, άλλωστε, λειτουργούν μέσα σε ένα πυκνό πλέγμα αδειοδοτικών, περιβαλλοντικών και δικαστικών ελέγχων, ενώ συχνά βρίσκονται αντιμέτωπα με καταγγελίες και προσφυγές. Η ένσταση αρχίζει όταν η διερεύνηση ενός συγκεκριμένου συμβάντος μετατρέπεται, πριν ακόμη ολοκληρωθεί, σε γενικευμένο κατηγορητήριο κατά μιας ολόκληρης τεχνολογίας.
Το μοτίβο είναι γνώριμο. Μετά την παλαιότερη πυρκαγιά στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης είχε διακινηθεί ο ισχυρισμός ότι η καμένη έκταση προοριζόταν για ανεμογεννήτριες. Η ΕΛΕΤΑΕΝ είχε απαντήσει τότε, επικαλούμενη τον γεωπληροφοριακό χάρτη της ΡΑΑΕΥ, ότι δεν υπήρχε ενεργή αίτηση σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων από το σημείο. Η μόνη σχετική αίτηση, η οποία είχε υποβληθεί το 2024 και αφορούσε 18 ανεμογεννήτριες, είχε ήδη ανακληθεί. Η πλησιέστερη προβλεπόμενη θέση απείχε περίπου πέντε χιλιόμετρα από την περιοχή της φωτιάς, ενώ ανάμεσα στα δύο σημεία παρεμβαλλόταν ο αστικός ιστός του Ωραιοκάστρου.
Ούτε το θεσμικό πλαίσιο στηρίζει τη θεωρία ότι μια καμένη έκταση μετατρέπεται αυτομάτως σε ευκολότερο πεδίο για αιολικές επενδύσεις. Η εγκατάσταση αιολικών έργων μπορεί να επιτραπεί υπό αυστηρούς όρους σε δάση και δασικές εκτάσεις, ενώ η επέμβαση σε αναδασωτέες περιοχές εγκρίνεται μόνο κατ’ εξαίρεση και υπό τις προϋποθέσεις που έχουν διαμορφώσει η νομοθεσία και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατά την ΕΛΕΤΑΕΝ, επομένως, η καταστροφή μιας έκτασης δεν προσφέρει αδειοδοτικό ή οικονομικό πλεονέκτημα. Αντιθέτως, η κήρυξή της ως αναδασωτέας προσθέτει δυσκολίες, απαιτήσεις και κόστος.
Την ίδια εικόνα δίνουν και τα στοιχεία της χωρικής ανάλυσης που έχει εκπονήσει η Ένωση με βάση τους κυρωμένους δασικούς χάρτες και τα δεδομένα του Copernicus. Το σύνολο των αιολικών πάρκων και των υποδομών τους που βρίσκεται μέσα σε αναδασωτέες εκτάσεις καταλαμβάνει λιγότερο από το 0,06% αυτών των περιοχών. Εάν ληφθούν υπόψη μόνο τα έργα που εγκαταστάθηκαν μετά την εκδήλωση πυρκαγιάς, το ποσοστό περιορίζεται στο 0,02%. Οι αριθμοί αυτοί δεν απαντούν σε κάθε επιμέρους ζήτημα τεχνικής ασφάλειας, αποδυναμώνουν όμως τον γενικευμένο ισχυρισμό ότι οι πυρκαγιές χρησιμοποιούνται συστηματικά ως όχημα για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών.
Από τις πυρκαγιές στο Χωροταξικό
Η νέα έξαρση της καχυποψίας δεν έρχεται σε ουδέτερο χρόνο. Προσγειώνεται πάνω σε μια αγορά που θεωρεί ότι βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με μια βαθιά αλλαγή των όρων του παιχνιδιού. Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ, το οποίο αναμένεται να κλειδώσει μέσα στις επόμενες ημέρες, συγκεντρώνει σωρευτικά περιορισμούς που, σύμφωνα με τον αιολικό κλάδο, δεν οδηγούν σε πιο ορθολογική χωροθέτηση, αλλά σε δραστική συρρίκνωση του διαθέσιμου χώρου για νέα έργα.
Στελέχη της αγοράς υποστηρίζουν ότι, σε ένα περιβάλλον αυξημένης πολιτικής ευαισθησίας και έντονων τοπικών αντιδράσεων, η κυβέρνηση επέλεξε να απαντήσει με ένα αυστηρό πλέγμα οριζόντιων αποκλεισμών. Η εκτίμησή τους είναι ότι αυτή η επιλογή μπορεί να λειτουργήσει αντίστροφα: αντί να αμβλύνει την καχυποψία, ενδέχεται να ενισχύσει την εντύπωση ότι η αιολική ενέργεια αποτελεί εκ προοιμίου προβληματική δραστηριότητα και να προσδώσει πολιτική νομιμοποίηση ακόμη και σε ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Πρόκειται για θέση του κλάδου και όχι για δεδομένο, αποτυπώνει όμως πόσο βαθιά έχει γίνει η σύγκρουση γύρω από το νέο πλαίσιο.
Στην τελική ευθεία της απόφασης, ο βασικός κορμός του σχεδίου φαίνεται να παραμένει ανέγγιχτος. Το ΥΠΕΝ προχωρεί σε ορισμένες στοχευμένες διορθώσεις, χωρίς όμως να αλλάζει τη γενική, αυστηρή φιλοσοφία του. Μία από αυτές αφορά το κριτήριο του ανέμου. Στην αρχική εκδοχή, εάν η μέση ταχύτητα σε μια Δημοτική Ενότητα ήταν χαμηλότερη από 4 μέτρα ανά δευτερόλεπτο, ολόκληρη η ενότητα χαρακτηριζόταν ζώνη αποκλεισμού. Έτσι έμεναν εκτός αξιολόγησης ακόμη και συγκεκριμένες θέσεις με σαφώς ισχυρότερο αιολικό δυναμικό, για παράδειγμα 7 ή 8 μέτρα ανά δευτερόλεπτο, παρότι πληρούσαν τα υπόλοιπα χωροταξικά κριτήρια και βρίσκονταν κάτω από το υψομετρικό όριο των 1.200 μέτρων. Στο τελικό κείμενο φαίνεται να ανοίγει ένα μικρό παράθυρο, ώστε η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων να μπορεί να εξετάζεται κανονικά όταν η συγκεκριμένη θέση διαθέτει επαρκή άνεμο, ακόμη και εάν ο μέσος όρος της ευρύτερης Δημοτικής Ενότητας υπολείπεται του ορίου.
Μια δεύτερη αλλαγή αφορά τις μεταβατικές διατάξεις. Έργο που, κατά την ημερομηνία έγκρισης του νέου Χωροταξικού, διαθέτει πλήρη φάκελο Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αναμένεται να εξαιρείται από τις νέες απαγορεύσεις. Η αρχική εκδοχή περιόριζε την εξαίρεση στα έργα που είχαν ήδη εξασφαλίσει περιβαλλοντικούς όρους έως τις 20 Μαΐου 2026. Η μεταφορά του κρίσιμου χρόνου στην έναρξη ισχύος του νέου πλαισίου επιτρέπει σε περισσότερα ώριμα έργα να αποφύγουν την ανατροπή των δεδομένων πάνω στα οποία είχαν σχεδιαστεί και προχωρήσει αδειοδοτικά.
Από το νέο καθεστώς φαίνεται, επίσης, ότι θα εξαιρεθούν οι άδειες για τη ριζική ανανέωση υφιστάμενων πάρκων, το λεγόμενο repowering. Ο κλάδος είχε ζητήσει η πρόβλεψη να μην καλύπτει μόνο την αντικατάσταση των παλαιών ανεμογεννητριών με νεότερες και αποδοτικότερες, αλλά και τον επανασχεδιασμό ή την επαναδειοδότηση έργων μέσα στα ίδια ευρύτερα πολύγωνα. Το ακριβές εύρος της εξαίρεσης θα αποσαφηνιστεί με τη δημοσίευση της ΚΥΑ.
Οι τρεις «κόφτες» που μένουν
Οι διορθώσεις αυτές προσφέρουν ορισμένες ανάσες, δεν αλλάζουν όμως την καρδιά του σχεδίου. Το μεγαλύτερο αγκάθι παραμένει η οριζόντια απαγόρευση εγκατάστασης νέων αιολικών πάρκων σε υψόμετρο άνω των 1.200 μέτρων. Ο κλάδος επισημαίνει ότι το ισχυρότερο αιολικό δυναμικό της ηπειρωτικής Ελλάδας βρίσκεται κατά κανόνα στις ορεινές ζώνες και ότι ο αποκλεισμός των μεγαλύτερων υψομέτρων σπρώχνει τις επενδύσεις μακριά από τις αποδοτικότερες θέσεις. Η κυβερνητική πλευρά αντιτείνει ότι ο περιορισμός είναι αναγκαίος για την προστασία ευαίσθητων ορεινών οικοσυστημάτων και τοπίων και τον εντάσσει στη συνολικότερη προσπάθεια θέσπισης σαφέστερων και αυστηρότερων κανόνων χωροθέτησης.
Το δεύτερο μέτωπο βρίσκεται στον νησιωτικό χώρο. Με το όριο των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων αποκλείονται νέα αιολικά στη μεγάλη πλειονότητα των νησιών, με εξαίρεση έργα που εξυπηρετούν ανάγκες δημοσίου συμφέροντος, όπως η αφαλάτωση. Μόλις 13 νησιά, μαζί με την Κρήτη και την Εύβοια, μένουν εκτός της γενικής απαγόρευσης. Εάν συνυπολογιστούν και οι περιορισμοί του νέου Χωροταξικού για τον Τουρισμό, ο αριθμός των νησιών στα οποία απομένει διαθέσιμος χώρος για αιολικές εγκαταστάσεις περιορίζεται, σύμφωνα με την αγορά, σε 11. Ο κλάδος είχε ζητήσει να μειωθεί το όριο στα 100 τετραγωνικά χιλιόμετρα, χωρίς το αίτημα να φαίνεται ότι έγινε δεκτό.
Ο τρίτος «κόφτης» αφορά τις Ζώνες Ειδικής Προστασίας για την ορνιθοπανίδα. Σε αυτές τις περιοχές ένα αιολικό πάρκο θα μπορεί να αδειοδοτηθεί μόνο εάν πληρούνται σωρευτικά δύο προϋποθέσεις: να προβλέπεται ρητά από την εγκεκριμένη Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη και να τεκμηριώνεται αιολικό δυναμικό άνω των 7,5 μέτρων ανά δευτερόλεπτο. Η αγορά υποστηρίζει ότι η πρώτη προϋπόθεση σπανίως πληρούται στην πράξη και είχε προτείνει, αντί ενός σχεδόν καθολικού αποκλεισμού, την εφαρμογή δοκιμασμένων μέτρων αποφυγής και μετριασμού των επιπτώσεων στην ορνιθοπανίδα. Το ΥΠΕΝ παρουσιάζει τη ρύθμιση ως αναγκαία δικλίδα αυξημένης προστασίας για τις πιο ευαίσθητες περιοχές του δικτύου Natura 2000.
Το 61% της χώρας και ο λογαριασμός της αγοράς
Το υπουργείο δεν θα μετακινηθεί από τον βασικό προσανατολισμό του. Στη στάθμιση έχουν μπει τα περισσότερα από 1.000 σχόλια που κατατέθηκαν στη δημόσια διαβούλευση, με την πλειονότητά τους να κινείται στη λογική «όχι άλλες ΑΠΕ», αλλά και η γνωμοδότηση του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας. Η κυβερνητική γραμμή είναι ότι το νέο πλαίσιο επιχειρεί να ισορροπήσει την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών με την προστασία του περιβάλλοντος, του τοπίου και των τοπικών κοινωνιών. Στο ΥΠΕΝ υπενθυμίζουν ακόμη ότι περίπου 15 GW αιολικών έργων με εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους παραμένουν ανεπηρέαστα. Η αγορά, ωστόσο, αμφισβητεί πόσο μεγάλο μέρος αυτού του χαρτοφυλακίου είναι πραγματικά ώριμο και κατασκευάσιμο.
Η ΕΛΕΤΑΕΝ αποδίδει τη σκλήρυνση του πλαισίου και στο προεκλογικό κλίμα, εκτιμώντας ότι η Ελλάδα οδηγείται σε ένα από τα αυστηρότερα καθεστώτα χωροθέτησης στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τη χαρτογράφησή της, τουλάχιστον το 61% της επικράτειας αποκλείεται εκ των προτέρων από την εξέταση νέων αιολικών επενδύσεων, χωρίς να αξιολογούνται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε έργου.
Η μετατόπιση των νέων πάρκων μακριά από τις περιοχές με το καλύτερο αιολικό δυναμικό έχει, κατά την Ένωση, συγκεκριμένο ενεργειακό και οικονομικό κόστος. Οι υπολογισμοί της δείχνουν μείωση κατά περίπου 29% της μέσης παραγωγικότητας των νέων έργων στην ηπειρωτική χώρα και αύξηση κατά περίπου 27% του μέσου κόστους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Για να παραχθεί η ίδια ποσότητα καθαρής ενέργειας και να επιτευχθούν οι στόχοι του ΕΣΕΚ, μπορεί έτσι να χρειαστούν περισσότερες ανεμογεννήτριες, περισσότερες θέσεις εγκατάστασης και πρόσθετες συνοδευτικές υποδομές.
Πηγή: iefimerida.gr

















